Ἑλληνικά

Αρχαιολογική Αποστολή Αθηένου

Η Αρχαιολογική Αποστολή Η Αρχαιολογική Αποστολή Αθηένου είναι πανεπιστημιακό, πολυκλαδικό πρόγραμμα, που εστιάζει τις δραστηριότητές της στο χώρο της Μάλλουρας και τη γύρω περιοχή, στη νοτιοκεντρική Κύπρο. Από την έναρξη της δράσης της το 1990, η αποστολή, που επιχορηγείται από το Κολέγιο Davidson και το Εθνικό Ίδρυμα Επιστημών (National Science Foundation) των Η.Π.Α., έχει διερευνήσει την πλούσια ιστορία του νησιού από τους προϊστορικούς χρόνους (10,000 π.Χ.) μέχρι σήμερα. Η δουλειά που έχει γίνει μέχρι σήμερα από επαγγελματίες αρχαιολόγους, ειδικούς επιστήμονες και φοιτητές πανεπιστημίων, που προέρχονται από περισσότερα από πενήντα ακαδημαϊκά ιδρύματα διεθνώς, έχει φωτίσει σημαντικά τη μακραίωνη ιστορία και ανθρώπινη δραστηριότητα αυτής της μικρής αγροτικής περιοχής στην ενδοχώρα της νήσου σε σχέση με τα μεγαλύτερα και συνήθως παράκτια, κέντρα της αρχαιότητας, τα οποία έχουν τύχει πιο έντονης διερεύνησης.

Αθηένου – Μάλλουρα Η περιοχή που περιλαμβάνει την κοιλάδα της Μάλλουρας και τη σύγχρονη κωμόπολη της Αθηένου είναι πλούσια σε αρχαιολογική κληρονομιά. Μέσα στην υπό επισκόπηση περιοχή της Μάλλουρας (εντός γαλάζιου πλαισίου στο χάρτη) έχουν εντοπιστεί: ένα αγροτικό ιερό, που χρονολογείται από την Ύστερη Γεωμετρική Εποχή μέχρι τη Ρωμαϊκή Εποχή∙ θαλαμοειδείς τάφοι στην περιοχή Mağara Tepesi, που χρονολογούνται από την Αρχαϊκή μέχρι τη Ρωμαϊκή Εποχή (750 π.Χ. μέχρι 330 μ.Χ.)∙ κατάλοιπα οικισμού, που χρονολογείται από τη Ρωμαϊκή Εποχή μέχρι την Τουρκοκρατία, και κάπου 30 ταφές από την περίοδο της Ενετοκρατίας (1489 – 1571 μ.Χ.). Ανασκαφές έγιναν στο παρελθόν και από άλλες ομάδες σε πλησιόχωρες περιοχές, όπως η ακρόπολη των Γόλγων, ο Άγιος Φώτιος και το Παμπουλάριν της Κουκκουνίνας.

Το Ιερό Το ιερό στη Μάλλουρα ανακαλύφθηκε για πρώτη φορά το 1862 από μια Γαλλική Αποστολή με επικεφαλής τον Melchior de Vogue. Παρ’ όλο που τα αποτελέσματα της σύντομης αυτής αποστολής δεν δημοσιεύτηκαν, περί τα 70 γλυπτά, που τώρα βρίσκονται στο μουσείο του Λούβρου, έχουν αναγνωρισθεί ότι προέρχονται από τη Μάλλουρα. Αργότερα ο χώρος υπήρξε θύμα εκτεταμένης σύλησης από τυμβωρύχους, οι οποίοι εξήγαγαν παράνομα από την Κύπρο εκατοντάδες αγάλματα.

Το 1991 το ιερό επανεντοπίστηκε από την Αρχαιολογική Αποστολή Αθηένου. Κατά τη διάρκεια των ανασκαφών έχουν έρθει στο φως στρώματα σε βάθος μέχρι και 2,5 μέτρα, που χρονολογούνται από την Ύστερη Γεωμετρική μέχρι τη Ρωμαϊκή περίοδο, τα οποία φανερώνουν λατρεία στο χώρο για σχεδόν δέκα αιώνες. Στην τελευταία του φάση ο περίκλειστος χώρος περιελάμβανε πλινθόκτιστο βωμό και είχε έκταση σχεδόν 400 τετραγωνικών μέτρων, που τον καθιστούσε έναν από τα μεγαλύτερα αγροτικά ιερά στην αρχαία Κύπρο.

Στα κυριότερα ευρήματα από το χώρο περιλαμβάνονται εκατοντάδες αγάλματα από ασβεστόλιθο της περιοχής ή από ψημένο πηλό (τερακότες). Τα πιο μικρά έχουν ύψος μόλις μερικά εκατοστά, ενώ τα πιο μεγάλα ξεπερνούν τις φυσιολογικές διαστάσεις. Βρέθηκαν επίσης διακοσμημένα και μη αγγεία, τελετουργικά σκεύη (θυμιατήρια, αναθηματικές τράπεζες κ.τ.λ.), ζωικά υπολείμματα (π.χ. εγχάρακτα οστά ωμοπλάτης αιγοπροβάτων ή βοδιών), νομίσματα και λίγα μεταλλικά κατασκευάσματα. Τα περισσότερα αναθηματικά αγάλματα ανήκουν σε ανδρικές μορφές. Εκτός από ένα μικρό αριθμό ειδωλίων, που παριστάνουν θηλυκές θεότητες, π.χ. την Άρτεμη και την Αστάρτη-Αφροδίτη, τα υπόλοιπα αντιπροσωπεύουν άρρενες θεότητες και μπορούν να ταυτιστούν με τον Ηρακλή-Μελκάρτ (ή Κύπριο Ηρακλή), το Δία Άμμωνα-Βάαλ Άμμωνα και τον Απόλλωνα. Η κύρια θεότητα κατά την Ελληνιστική περίοδο είναι ο Πάνας.

Οι Τάφοι Οι λαξευμένοι σε βράχο τάφοι στο ύψωμα Mağara Tepesi (Λόφος των Τάφων) βρίσκονται περίπου 300 μέτρα βόρεια του ιερού. Στην κορυφή του υψώματος βρίσκονταν διάσπαρτοι μικροί τάφοι, που όμως έχουν καταστραφεί από τη δράση τυμβωρύχων (κάποτε με τη χρήση εκσκαφέων) και από την καλλιέργεια του χώρου. Οι δραστηριότητες αυτές συνεχίζονταν μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1970. Ένας μικρός αριθμός ασύλητων τάφων, που φαίνεται να αποτελούν μέρος ενός μεγάλου νεκροταφείου, βρέθηκε στην πεδιάδα ανατολικά του λόφου.

Οι ανασκαφές της Αρχαιολογικής Αποστολής Αθηένου επικεντρώθηκαν σε δύο κύριες περιοχές: στη βορειοδυτική πλευρά του λόφου και στην ανατολική πλαγιά. Στην πρώτη έχουν ανασκαφεί πέντε συλημένοι τάφοι που χρονολογούνται από την Αρχαϊκή μέχρι την πρώιμη Κλασική Εποχή, οι οποίοι έχουν κατηφορικούς «δρόμους» και κυκλοτερείς νεκρικούς θαλάμους με ανεπεξέργαστα τοιχώματα, οι οποίοι είναι σκαμμένοι στον ασβεστόλιθο και τις προσχώσεις. Έχουν εντοπιστεί εγκοπές στο συμπαγή βράχο και θραύσματα αναγλύφων, που υποδηλώνουν ότι αρχικά οι τάφοι αυτοί έφεραν εντυπωσιακές ταφικές στήλες. Τέσσερις επιπρόσθετοι θαλαμοειδείς τάφοι με περισσότερο επεξεργασμένα τοιχώματα και κλιμακωτούς «δρόμους» έχουν ανασκαφτεί στην ανατολική πλαγιά του λόφου (Τ.25, βλ. σχέδιο κατωτέρω). Ο μεγαλύτερος και πιο περίτεχνος από αυτούς (Τ.27) διαθέτει προθάλαμο με πεζούλια στις τέσσερις πλευρές. Παρ’όλο που οι τάφοι έχουν συληθεί, έχει βρεθεί σε αυτούς μεγάλος αριθμός κτερισμάτων, όπως νομίσματα, θραύσματα μεταλλικών σκευών, ντόπιες και εισαγόμενες λυχνίες, χρυσά και αργυρά δακτυλίδια, ένα χρυσό περίτεχνο περιδέραιο και πάμπολλα θραύσματα αγγείων, που χρονολογούνται από την Ελληνιστική μέχρι και τη Ρωμαϊκή περίοδο, που η αποκατάστασή τους είναι εφικτή. Όπως υποδηλώνουν τα υπολείμματα τουλάχιστον 130 σκελετών αλλά και άλλα ευρήματα, οι τάφοι χρησιμοποιήθηκαν από οικογένειες που διαδέχονταν η μια την άλλη για πολλές γενιές. Δύο στέρνες, που πιθανόν να ανήκουν στην ίδια περίοδο, μπορεί να σχετίζονται με ταφικά έθιμα της εποχής.

Ο Οικισμός Τα ερείπια ενός οικισμού που χρονολογείται από τη Ρωμαϊκή μέχρι την πρώιμη Βυζαντινή περίοδο (1ος π.Χ. με 7ος μ.Χ. αιώνας) έχουν ανασκαφεί στα ανατολικά του ιερού. Ο οικισμός φαίνεται ότι καταστράφηκε κατά τις αραβικές επιδρομές, αναβίωσε κατά τη Φραγκοκρατία και παρουσίασε τη μεγαλύτερη ακμή του κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας (1489 – 1571 μ.Χ.). Έχουν ανασκαφεί ταφές και μια μεγάλη κατασκευή, η χρήση της οποίας παραμένει άγνωστη. Το ιδιόρρυθμο σύστημα κατασκευής των θεμελίων της φαίνεται να υποδηλώνει ότι ο χώρος χρησιμοποιήθηκε ως αποθήκη σιτηρών ή πιθανότερο ως εργαστήριο επεξεργασίας λιναριού. Ο οικισμός παρήκμασε κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας και τελικά εγκαταλείφθηκε μέσα στο 19ο αιώνα.

Το Δημοτικό Μουσείο Ευρήματα από το χώρο της Μάλλουρας εκτίθενται προς θέαση και μελέτη όχι μόνο σε μουσεία στο Παρίσι, στη Λάρνακα και στη Λευκωσία, αλλά και στο νέο Δημοτικό Μουσείο Αθηένου, που στεγάζεται στο Καλλινίκειο Μέγαρο. Σε αυτό ευρήματα από τη Μάλλουρα, που έχουν ανασκαφεί από την Αρχαιολογική Αποστολή Αθηένου, εκτίθενται μαζί με άλλα ευρήματα από τη γειτονική πόλη των Γόλγων, το Παμπουλάριν της Κουκκουνίνας και από άλλες σωστικές ανασκαφές στην περιοχή της Αθηένου. Σε αυτόν τον εκθεσιακό χώρο τα ευρήματα μαρτυρούν τόσο την πλούσια ιστορία της περιοχής όσο και την προσήλωση των σημερινών κατοίκων στη διατήρηση και μελέτη τους.

Athienou Archaeological Project
c/o Professor Michael K. Toumazou
Davidson College Department of Classics
Davidson, NC 28035

mitoumazou@davidson.edu